Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Τράπεζες: Φως στο... τούνελ;


του Στέφανου Κοτζαμάνη
Οι μεγάλες προκλήσεις και τα θετικά μηνύματα. Πόσο θα μειωθούν τα επιτόκια στις καταθέσεις και πώς θα αποκλιμακωθεί το κόστος δανεισμού. Η αισιοδοξία για την BlackRock και τα περιορισμένα περιθώρια να ρίξουν χρήμα στην αγορά. Οι περικοπές κόστους.

Oι τιμές των τραπεζικών μετοχών στο ταμπλό του Χ.Α. άρχισαν να σταθεροποιούνται, οι ξένοι και οι εγχώριοι χρηματιστηριακοί οίκοι άρχισαν και πάλι να τις παρακολουθούν και να τις εντάσσουν στις εκθέσεις τους, τα hedge funds και άλλα «μεγάλα κεφάλια» έκαναν επιδρομή στα warrants παίζοντας θετικά το στοίχημα της ελληνικής οικονομίας, ενώ οι πρώτες θετικές ειδήσεις άρχισαν να δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο: οι μέχρι πρότινος «πεθαμένοι» τραπεζικοί τίτλοι έρχονται και πάλι στο προσκήνιο.
Και φαίνεται ότι υπάρχει λόγος... σοβαρός.

Παρά τα καλά μηνύματα των τελευταίων ημερών, η αλήθεια είναι ότι οι λόγοι που είχαν θέσει τις τραπεζικές μετοχές στο περιθώριο δεν έχουν εκλείψει.Για παράδειγμα είναι ορατή... διά γυμνού οφθαλμού η μεγάλη διάχυση των ποσοστών που υπέστησαν οι παλαιοί μέτοχοι από τη διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης.
Επίσης, είναι γνωστές σε όλους οι μεγάλες προκλήσεις που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων και ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε τους κλάδους της ακτοπλοΐας, της υγείας, των ιχθυοκαλλιεργειών, των οχημάτων και των κατασκευών.
Και φυσικά, επίκαιρες παραμένουν οι συζητήσεις για το μελλοντικό ύψος των τραπεζικών εσόδων, καθώς δεν προβλέπεται να ξαναδούμε αλματώδεις ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης, δεν περιμένουμε έμφαση στην πάλαι ποτέ χρυσοφόρο λιανική τραπεζική ή ακόμη δεν προσβλέπουμε στα μεγάλα κέρδη του παρελθόντος από τη διαχείριση περιουσίας (asset management).
Όσο για τις πολλά υποσχόμενες κατά το παρελθόν θυγατρικές του εσωτερικού και του εξωτερικού, όσες από αυτές δεν πουληθούν, στην καλύτερη περίπτωση αναμένεται να αποφέρουν ένα «λογικό κέρδος».
Όμως, μια σειρά εξελίξεων το τελευταίο διάστημα έχουν πείσει αρκετούς αναλυτές από εκείνους που είχαν «ξεχάσει» τις ελληνικές τράπεζες, να βάλουν νερό στο κρασί τους και να αρχίσουν να επανεξετάζουν το όλο θέμα από την αρχή. Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι καλές ειδήσεις του τελευταίου χρονικού διαστήματος για τις ελληνικές τράπεζες είναι κυρίως οι παρακάτω:

Στοιχείο 1

Παρατηρείται αξιοσημείωτη βελτίωση στα καθαρό επιτοκιακό περιθώριο, δηλαδή στη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων σε χορηγήσεις και καταθέσεις. Η αλήθεια είναι ότι παρατηρείται δραστική υποχώρηση των επιτοκίων στις προθεσμιακές καταθέσεις, η οποία σε σχέση με πέρσι προσεγγίζει ή σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνει τις διακόσιες μονάδες βάσης.
Οι μεγαλύτερες μειώσεις -άρα και τα μεγαλύτερα οφέλη- παρατηρούνται στον όμιλο Πειραιώς καθώς μέχρι πρότινος οι τράπεζες Λαϊκή, Millennium, Ελληνική και Κύπρου (απορροφήθηκαν όλες από την Πειραιώς) προσέφεραν τις υψηλότερες αποδόσεις της αγοράς στους καταθέτες.
Μάλιστα, όλα δείχνουν πως υπάρχουν ακόμη πολύ σημαντικά περιθώρια για νέα μείωση των καταθετικών επιτοκίων και κύκλοι της αγοράς προβλέπουν αποδόσεις γύρω στο 2% μέχρι τα μέσα του 2014. Άλλωστε, σήμερα οι ελληνικές τράπεζες προσφέρουν τα υψηλότερα επιτόκια στην Ευρώπη (ακόμη και σε σύγκριση με την Κύπρο) παρότι ο εγχώριος πληθωρισμός έχει περάσει σε αρνητικά επίπεδα.
Πέραν αυτών, όμως, οι τράπεζες έχουν μειώσει το κόστος χρηματοδότησής τους, περιορίζοντας δραστικά την έκθεσή τους στον υψηλότοκο μηχανισμό ELA. Κατά το τελευταίο δεκαπεντάμηνο, οι τράπεζες έχουν αυξήσει τις καταθέσεις τους περίπου 15 δισ. ευρώ, ενώ παράλληλα έχουν αντλήσει και σημαντικά κεφάλαια από τις πρόσφατες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.
Στο άθροισμα των δύο προαναφερόμενων ποσών θα πρέπει να προστεθεί και η ρευστότητα που εξοικονομήθηκε από τη μείωση των χορηγήσεων (γύρω στο -4% η πιστωτική επέκταση το τελευταίο δωδεκάμηνο). Είναι προφανές ότι τα χρήματα που εξοικονομήθηκαν περιόρισαν δραστικά τον δανεισμό των ελληνικών τραπεζών από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και φυσικά από τον «ακριβό» μηχανισμό του ELA.
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, όλα δείχνουν πως θα δούμε και αξιοσημείωτη υποχώρηση στα επιτόκια χορηγήσεων και ήδη έχουν εκφραστεί εκτιμήσεις για πτώση γύρω στις 200 μονάδες βάσης έως τα τέλη του έτους. Αυτό, όμως, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, σε καμιά περίπτωση δεν εμποδίζει τις τράπεζες να διευρύνουν το spread (διαφορά πιστωτικού μείον χρεωστικού επιτοκίου) με το οποίο ήδη δουλεύουν. Πώς; Με τον διαφορετικό χρονισμό, δηλαδή με το να ξεκινούν πρώτες οι μειώσεις στα επιτόκια καταθέσεων και να ακολουθούν με κάποιους μήνες υστέρησης, οι περικοπές στα επιτόκια χορηγήσεων.

Στοιχείο 2

Οι τράπεζες προχωρούν σε κινήσεις με στόχο τη δραστική μείωση του λειτουργικού κόστους. Ήδη, έχουν συμφωνηθεί από φέτος νέες μονοψήφιες μειώσεις μισθών πέρα από τις λοιπές περικοπές δαπανών, ενώ μέσα από μπαράζ προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου αναμένεται σημαντική υποχώρηση στον αριθμό των εργαζομένων.
Αν σ' αυτά προστεθούν οι συνέργειες από τις συγχωνεύσεις και η μείωση κόστους από τον περιορισμό των δικτύων, τότε βαδίζουμε προς ένα τραπεζικό σύστημα που θα εξοικονομεί κάποια δισεκατομμύρια ευρώετησίως από τη μείωση του λειτουργικού του κόστους.

Στοιχείο 3

Οι τραπεζίτες εκτιμούν πως ο νέος έλεγχος της Black Rock για την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων δεν θα οδηγήσει σε λογαριασμό μεγαλύτερο των 5-6 δισ. ευρώ. Το δεδομένο αυτό όχι μόνο αφαίρεσε τα επιχειρήματα όσων φοβούνταν πιθανό κούρεμα καταθέσεων σε κάποια ελληνική τράπεζα, αλλά επίσης μείωσε και τους φόβους σχετικά το ύψος των επισφαλειών που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τα τραπεζικά επιτελεία.
Με βάση τα τελευταία στοιχεία, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπολογίζονται γύρω στο 27,8% του συνόλου, δηλαδή ένα ποσό της τάξεως των 60 δισ. ευρώ, έναντι του οποίου έχουν σχηματιστεί σωρευτικές προβλέψεις 31 δισ. ευρώ (κάλυψη 50% συν φυσικά κάποιες άλλες εγγυήσεις, σε μια αγορά ακινήτων όμως που ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα).
Σε κάθε περίπτωση πάντως, το σημείο-κλειδί για το μέλλον των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι η γενικότερη πορεία της ελληνικής οικονομίας. Σε περίπτωση που η χώρα καταφέρει να μπει σε τροχιά ανάκαμψης από το 2014 και μετά, εκτιμάται πως οι τράπεζες θα αποφύγουν τα χειρότερα, οι προβλέψεις θα αρχίσουν να αποκλιμακώνονται και σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, οι τράπεζες ενδέχεται να αρχίσουν να εισπράττουν και απαιτήσεις που είχαν κατά το παρελθόν διαγράψει.

Το στοίχημα της ρευστότητας

Όσοι πίστευαν πως η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα έφερνε άμεσα χρήμα στην πραγματική οικονομία, διαψεύστηκαν πανηγυρικά. Ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης παρέμεινε αρνητικός και μέσα στο καλοκαίρι, ενώ πρόσφατα ο υπουργός Ανάπτυξης, κ. Κωστής Χατζηδάκης, εμφανίστηκε να πιέζει τους τραπεζίτες ώστε μέχρι το τέλος του έτους να διοχετεύσουν ρευστότητα στην αγορά.
Παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν πως υπάρχουν αρκετά ζητήματα πριν δούμε τις τράπεζες να ανοίγουν και πάλι το ζήτημα της ρευστότητας:
1. Η έλλειψη ζήτησης από πελάτες που οι τράπεζες θα θεωρούσαν πλήρως αξιόπιστους.
2. Η ανάγκη για αύξηση των καταθέσεων σε μια περίοδο όμως που οι καταθέσεις πλήττονται από την κρατική φοροεπιδρομή (οι πολίτες πληρώνουν μειώνοντας τις καταθέσεις τους) και από το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες «τρώνε από τα έτοιμα».
3. Η ανάγκη για προώθηση μέτρων που θα μπορούσαν να τονώσουν τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών (π.χ. πώληση θυγατρικών σε Ελλάδα και εξωτερικό), απαιτεί χρόνο.
Παρ' όλα αυτά, εκφράζεται αισιοδοξία πως όλο και κάποιο ποσό θα μπορούσε να πέσει έως το τέλος του έτους στην αγορά. Αν αυτό είναι γύρω στα 2 δισ. ευρώ και προστεθούν και τα άλλα 6 δισ. ευρώ που θεωρητικά θα αποπληρώσει το Δημόσιο στους προμηθευτές του έως το τέλος του έτους, τότε ανεβαίνουμε στα 8 δισ. ευρώ.
Και επιπλέον, μια μείωση των δανειστικών επιτοκίων κατά 200 μονάδες βάσης έως τα τέλη του έτους, ισοδυναμεί με τόνωση των επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών με 2 δισ. ευρώ περίπου τον χρόνο.
Υπάρχει λοιπόν κάποιο φως στην άκρη του τούνελ, που θα φωτίσει ακόμη περισσότερο στον βαθμό που θα προσελκυστούν ξένες επενδύσεις μέσα στο 2014 (π.χ. εξαγορές ελληνικών εταιρειών, άμεσες επενδύσεις, αγορές ακινήτων).

Η εικόνα των τραπεζών τώρα 

Οι προσπάθειες των τεσσάρων ελληνικών ομίλων να αναδιαρθρωθούν και να ενσωματώσουν τις τράπεζες που απέκτησαν αρχίζουν να αποδίδουν τους πρώτους καρπούς, ενώ θα μπορούσαν να προσφέρουν στον κλάδο ακόμα μεγαλύτερες συνέργειες και να στηρίξουν ακόμα περισσότερο την κερδοφορία και την κεφαλαιακή διάρθρωσή τους στο εγγύς μέλλον.
Ωστόσο, ο δρόμος της απομόχλευσης των ελληνικών τραπεζών παραμένει μακρύς και δύσβατος, με τα στοιχεία που παραμένουν στο επίκεντρο να είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια -NPLs-, η κορύφωσή τους, η εύρεση φθηνότερων κεφαλαίων, αλλά και οι αδύναμοι όγκοι εργασιών. Στο πρώτο εξάμηνο, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ήταν 20,5% για την Εθνική Τράπεζα, 25,3% για τη Eurobank, 31,8% για την Alpha Βank και 33,2% για την Τράπεζα Πειραιώς, ενώ ο δείκτης κάλυψης ανερχόταν στο 50%-55%.
Οι προβλέψεις αναφέρουν ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα συνεχίσουν να αυξάνονται από τα σημερινά επίπεδα έως το τέλος του 2014 εφόσον οι συνθήκες στην οικονομία αρχίσουν να βελτιώνονται, διαφορετικά το μέλλον θα είναι δυσοίωνο. Ταυτόχρονα, στο τέλος του α΄ εξαμήνου του 2013, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας EBA Core Tier I των μεγάλων τραπεζών είναι 8,1% για τη Eurobank, 9,2% για την Εθνική, 13,8% για την Πειραιώς και 13,9% για την Alpha Bank, ωστόσο τόσο η Eurobank όσο και η Εθνική αναμένεται να συνεχίσουν τις προσπάθειές για να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους.
Στις ανάγκες χρηματοδότησης επίσης θα πρέπει να γίνει μετάβαση από την κεντρική τράπεζα (20%-30%) και τις ακριβές προθεσμιακές καταθέσεις, σε φθηνότερες πηγές καταθέσεων και χρηματοδότηση από τη διατραπεζική αγορά, ωστόσο οι τράπεζες ευνοήθηκαν ήδη από το χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης στο πρώτο εξάμηνο του 2013 λόγω της υποχώρησης των επιτοκίων, αλλά και του απεγκλωβισμού από τον ELA μιας και απέκτησαν και πάλι απευθείας χρηματοδότηση από την ΕΚΤ, η οποία αποτελεί φθηνότερη πηγή ρευστότητας σε σχέση με το μηχανισμό του ELA.
«Άγνωστος χ» παραμένουν οι νέες πιθανές επισφάλειες που θα προκύψουν από τα νέα stress test στο τέλος του 2013, αν και από την οργανική κερδοφορία, τις συνέργειες, το υφιστάμενο κεφαλαιακό απόθεμα, αλλά και τις πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων οι τράπεζες διαθέτουν μαξιλάρι της τάξης των 5 δισ. ευρώ για να αντιμετωπίσουν νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις από τα stress tests.
Παράλληλα, τα αποτελέσματα του β΄ τριμήνου των τραπεζών έδωσαν μερικές ενθαρρυντικές ενδείξεις ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα χρειαστεί να αναζητήσουν νέο φρέσκο χρήμα από την αγορά ή το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αυτή η προσδοκία έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και στις μετοχές των τραπεζών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου